Η εφημερίδα.
και η Ημέρα της Γυναίκας.
«Να ξεκινήσεις να διαβάζεις εφημερίδες για να εμπλουτίσεις το λεξιλόγιο σου· έτσι θα γράφεις καλύτερες εκθέσεις.» Εκείνη την μέρα, αφού επέστρεψα από το σχολείο και δειπνήσαμε οικογενειακώς, έπιασα την πρώτη εφημερίδα που βρήκα στον πάγκο της κουζίνας. Έχετε διαβάσει εφημερίδα; Μου φάνηκε ιδιαίετρα βαρετή! Ήταν μια έντονη οχλαγωγία – μια ενοχλητική βαβούρα που την συναντούσες στον δρόμο, στην τηλεόραση, παντού – διατυπωμένη με έναν εκλεπτυσμένο και συμπυκνωμένο λόγο. Ήταν γεμάτη, σαφώς, με τα νέα της εποχής – πολιτικά σκάνδαλα και δράματα· ποδοσφαιρικές δυσφορίες και μπασκετικές επιτυχίες ή το αντίστροφο, ανάλογα την ομάδα και το παιχνίδι κάθε φορά· μερικά ταπεινά άρθρα κρυμμένα σε κάποια γωνιά της σελίδας, ίσα ίσα που σου κέντριζαν την προσοχή και στο τέλος διάφορες αγγελίες της κακιάς μοίρας – που, αυτά τα νέα, διόλου δεν ήταν ενδιαφέροντα για ένα μικρό κορίτσι. Ξεκίνησα την προσπάθεια με την πρώτη σελίδα όπου απεικονιζόταν ένας πολιτικός και τα παράτησα στην τρίτη γραμμή της πρώτης παραγράφου. Δυσανασχέτησα για λίγο· δεν θέλω να τα παρατήσω τόσο γρήγορα, σκέφτηκα και ξανά έπιασα το φτυάρι μου για να σκάψω μια τρύπα στον αέρα. Διάβασα, αυτή την φορά δυνατά, πάλι τις τρεις προτάσεις που με δυσκόλεψαν· με έπιασε πονοκέφαλος· ήταν σαν να άκουγα ξανά όλη αυτή την βαβούρα του δρόμου και της τηλεόρασης, μόνο που ο μεσολαβητής τώρα ήμουν εγώ. Γιατί πρέπει να τα γράφουν τόσο περίπλοκα; Άραγε, ξέρουν πραγματικά την εννοιολογία των λέξεων και την σωστή τους χρήση; Μήπως γράφουν έτσι για να μην μπορώ να τα διαβάσω εγώ; Αναρωτιόμουν με διάφορες σκέψεις όσο συνέχιζα αδιάφορη την ανάγνωση μου. Τελικά, τα παράτησα· είναι ανώφελο, είμαι μικρή και χαζή, είπα στον εαυτό μου. Έχοντας, όμως, την περιέργεια να συνεχίζει να με καταβάλει, ξεφύλλισα απλά την εφημερίδα. Θα είναι ψέματα να πω πώς δεν ήμουν εντυπωσιασμένη για όλο αυτόν τον χείμαρρο νέων, περίπλοκων και δύσκολων λέξεων! Ένιωθα φτωχή αντικρίζοντας αυτόν τον εκτυπωμένο πλούτο – ήθελα να γίνω έναν με αυτόν, αν όχι σήμερα, σίγουρα κάποια μέρα. Συνέχισα να ξεφυλλίζω, διαβάζοντας διάσκορπα προτάσεις ή λέξεις εδώ και εκεί, απολαμβάνοντας την μυρωδία που αναδυόταν σε κάθε σελίδα της εφημερίδας – δεν είχα πονοκέφαλο πλέον, άφησα την άγνοια μου να απελευθερωθεί, την γλώσσα μου να μπερδευτεί σε κάθε λεκτικό γλωσσοδέτη· ήμουν μόνη στην κουζίνα, δεν ήταν κανένας καθηγητής να με διορθώσει, ούτε ο τάδε δημοσιογράφος να με επικρίνει. Τα δάχτυλα μου είχαν λερωθεί με το μαύρο μελάδι της εφημερίδας, πράγμα που με ενέπνευσε να οραματιστώ τον εαυτό μου στο μέλλον ως έναν από αυτούς – τους ήρεμους και προσηλωμένους κυρίους που μου φαίνονταν σοβαροί όσο διάβαζαν αυτή την εφημερίδα· τους δημοσιογράφους και τους συντάκτες της που φάνταζαν τόσο μορφωμένοι, χρησιμοποιώντας τέτοιες λέξεις και τέτοιο βαθυστόχαστο ύφος. Έναν από αυτούς, σκέφτηκα και μου φάνηκε τόσο αλλόκοτη σκέψη – με παρομοίαζα ως άντρα και τον συνέδεα ως κάτι το σοβαρό, το σοφό και το μορφωμένο· οι γυναίκες γιατί έλειπαν από αυτήν την φαντασίωση μου;· γιατί δεν είχα δει τόσο συχνά (σχεδόν καθόλου) γυναίκες να διαβάζουν εφημερίδα;· γιατί οι γυναίκες έλειπαν από την εφημερίδα, τόσο ως θεματική, όσο και ως δημοσιογράφοι; – πόσο άβολα ένιωσα ξαφνικά με αυτή την σκέψη και ο πονοκέφαλος μεμιάς με στιγμάτησε ξανά σε μια παράλογη θέση. Έκλεισα την εφημερίδα και έπλυνα αμέσως τα χέρια μου με μανία…


